Είστε εδώ
Αρχική Σελίδα > Ελληνοτουρκικά > Κυπριακό > Κυπριακό. Η Απειλή και η Ελπίδα

Κυπριακό. Η Απειλή και η Ελπίδα

Υπό άλλες συνθήκες η τελευταία ανακίνηση του Κυπριακού θα μπορούσε να είναι μια θετική εξέλιξη μετά από 10 χρόνια απραξίας. Όμως, δεδομένου ότι έχει προηγηθεί η προσπάθεια ολοκλήρωσης του αντικειμενικού σκοπού των επιχειρήσεων «Αττίλας» 1 και 2 μέσω του Σχεδίου Ανάν το 2004, καθώς και η ανάληψη της διακυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον θερμότερο υποστηρικτή του, τον κ. Αναστασιάδη, οι διαπραγματεύσεις μας φέρνουν πιο κοντά από ποτέ στην ολοκλήρωση με το χειρότερο τρόπο μιας τραγωδίας που ξεκίνησε πριν 42 χρόνια.

Του Παναγιώτη Α. Καράμπελα

 

Τι ακριβώς εννοούμε, όμως, όταν μιλάμε για «ολοκλήρωση της τραγωδίας»; Εν αντιθέσει με αυτό που μπορεί να έχει στο μυαλό του ο απλός πολίτης, η ολοκλήρωση της τραγωδίας ΔΕΝ είναι η διχοτόμηση! Η ολοκλήρωση της τραγωδίας είναι η τελική πραγματοποίηση του αρχικού σχεδίου της Άγκυρας, δηλαδή, η πλήρης κατάκτηση/απορρόφηση (ή οποιοδήποτε συνώνυμο επιθυμείτε), της Κύπρου από την Τουρκία. Η ενσωμάτωση και υποταγή της Κύπρου στη σφαίρα επιρροής της γείτονος.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με την σειρά τους. Δύο τρόποι υπάρχουν να λυθεί το Κυπριακό: ή με τα όπλα ή με τη διπλωματία. Με τα όπλα σημαίνει η επανέναρξη των εχθροπραξιών με σκοπό να ρίξουμε τα Τουρκικά στρατεύματα κατοχής στη θάλασσα. Μη ξεχνάμε ότι η Πράσινη Γραμμή είναι γραμμή «κατάπαυσης του πυρός» και όχι σύνορα. Έχουμε, δηλαδή, μια εκεχειρία που διαρκεί 42 χρόνια. Είναι κάτι τέτοιο εφικτό; Όσο κι αν θα προτιμούσα αυτή τη λύση, δυστυχώς, ΌΧΙ δεν είναι. Το σύνολο των Ελληνικών δυνάμεων στη Μεγαλόνησο δεν επαρκούν για ένα τέτοιο εγχείρημα. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα σήμαινε έναν πλήρους εύρους Ελληνοτουρκικό πόλεμο (total war κατά Clausewitz) σε όλα τα μέτωπα, Κύπρο-Αιγαίο-Έβρο, με πιθανά δύο ακόμα μέτωπα, ένα εσωτερικό -ελέω πολυπολιτισμού- και ένα κοντά στα Ελληνοαλβανικά σύνορα, όχι ανοιχτά με τις Αλβανικές Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά κυρίως με μονάδες του UCC και λοιπούς εγχώριους και μη συνεργαζόμενους… Η δυνατότητα ενίσχυσης των δυνάμεων στη Κύπρο θα ήταν ουσιαστικά αδύνατη. Το κυριότερο, μάλιστα, είναι ότι δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι ειδικά στο μέτωπο της Κύπρου δεν θα είχαμε τα ακριβώς αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα… Αλλά ακόμα κι αν από στρατιωτικής απόψεως ήταν εφικτή μια τέτοια απόπειρα, είναι θλιβερά προφανές ότι δεν έχουμε ικανές πολιτικές ηγεσίες ούτε στην Ελλάδα ούτε στη Κύπρο, έστω και για να σκεφτούν μια τέτοια επιλογή… Επομένως, μένουμε με τις επιλογές που μπορεί να μας παράσχει η διπλωματία.

Εφόσον, λοιπόν, πάμε για ειρηνική λύση, θα πρέπει απαραιτήτως να γίνει στη βάση μιας ελάχιστης τουλάχιστον συμφωνίας όλων των πλευρών, για να είναι βιώσιμη. Όμως, ακόμα και στο βέλτιστο για εμάς σενάριο, τι μπορούμε να περιμένουμε; Τα ουσιαστικά ζητούμενα για εμάς είναι:

  1. Να φύγουν τα στρατεύματα κατοχής.
  2. Να φύγουν οι έποικοι.
  3. Να επιστρέψουν οι πρόσφυγες στις περιουσίες τους όπου είναι εφικτό ή έστω να πάρουν άλλη γη στον τόπο τους σαν αντάλλαγμα, και μόνο σαν έσχατη λύση, αν δεν γίνεται αλλιώς, μια δίκαιη αποζημίωση.
  4. Να υπάρξει ξανά κάποιας μορφής ουσιαστικός και κυρίαρχος έλεγχος/διακυβέρνηση (άρα πραγματική επανένωση) στα κατεχόμενα εδάφη μας υπό ενιαία διοίκηση και ως συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  5. Η ανεύρεση των αγνοουμένων ή μάλλον -δυστυχώς- των σωρών τους.

Ας τα πιάσουμε με τον απαιτούμενο ρεαλισμό ένα-ένα. Και με την πιο ευνοϊκή έκβαση έχουμε σαν δεδομένα ότι:

  1. Η Τουρκία δεν πρόκειται ΠΟΤΕ να δεχθεί την πλήρη απόσυρση των κατοχικών στρατευμάτων από το νησί. Στην καλύτερη περίπτωση θα μειωθεί απλά ο αριθμός τους. Τόσο απλά. Και στην -ουσιαστικά αδύνατη- περίπτωση απόσυρσή τους βέβαια, η απόσταση με την Τουρκία είναι τέτοια που δεν δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα σε μια νέα επιχείρηση εισβολής έναντι μιας ουσιαστικά αποστρατικοποιημένης, μετά τη συμφωνία, Κύπρου…
  2. Η Τουρκία δεν πρόκειται ΠΟΤΕ να δεχθεί να φύγουν όλοι οι έποικοι. Το πολύ-πολύ να μειωθεί κι εδώ ο αριθμός τους, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα φύγουν περισσότεροι από το 25-30% το μέγιστο. Δεν υπάρχει περίπτωση να θελήσει η Άγκυρα να δυσαρεστήσει τους δικούς της ανθρώπους όταν ταυτόχρονα θα προσπαθεί να περάσει το επικοινωνιακό μήνυμα του θριάμβου, όπως θα επιθυμεί. Άλλωστε, δεν τους έφερε ως μέσον πίεσης. Τους έφερε για να μείνουν!
  3. Η Τουρκία δεν πρόκειται ΠΟΤΕ να παρουσιάσει σαν λύση στο εσωτερικό της κάτι που θα περιλαμβάνει το «ξεσπίτωμα/ξεριζωμό» (έτσι θα το λένε αυτοί…) των εποίκων κυρίως, αλλά και των τουρκοκυπρίων που κατοικούν σε καταπατημένες περιουσίες, για να εγκαταστήσει ξανά…ελληνοκυπρίους! Εκτός κι αν θέλει να ζήσει σκηνικό…«Αραβικής Άνοιξης» στα Κατεχόμενα και όχι μόνο! Ακόμα, όμως, και αν τεθεί θέμα αποζημιώσεων, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι θα κληθούμε κι εμείς να πληρώσουμε για τουρκοκυπριακές περιουσίες στο ελεύθερο κομμάτι, κάτι που εν μέσω της οικονομικής κρίσης θα είναι δυσβάσταχτο. Εναλλακτικά, μιας και οι τουρκοκυπριακές περιουσίες στο ελεύθερο νότιο κομμάτι έχουν διατηρηθεί σχεδόν ανέπαφες όλα αυτά τα χρόνια, θα πρέπει να δεχθούμε να επιστρέψουν οι τουρκοκύπριοι σε αυτές. Αν γίνει έτσι όμως, οι τουρκοκύπριοι θα έχουν γυρίσει πίσω στα σπίτια τους, ενώ οι ελληνοκύπριοι όχι! Για τους ελληνοκυπρίους τα σπίτια τους και τα χωριά τους, θα συνεχίσουν να είναι για πάντα Κατεχόμενα…
  4. Και στην καλύτερη δυνατή λύση για εμάς, διοικητικά κουμάντο στο βόρειο κομμάτι του νησιού θα κάνουν πλέον οι Τούρκοι μέσω των τουρκοκυπρίων. Ότι μορφή διακυβέρνησης κι αν συμφωνηθεί και με όποια ονομασία -ομοσπονδία, συνομοσπονδία, χαλαρή ή μη κτλ.- ενιαία διοίκηση δεν θα ασκείται επί της ουσίας χωρίς την άμεση ή έμμεση έγκριση πρακτικά της τουρκοκυπριακής συνιστώσας κρατικής Αρχής, άρα μέσω αυτής, των Τούρκων…
  5. Για τους αγνοούμενους απλά δεν μπορούμε να περιμένουμε καμία περισσότερη βοήθεια από αυτήν που μας προσφέρουν. Δεν πρόκειται ΠΟΤΕ να παραδεχθούν τα λάθη τους, πολύ περισσότερο δε τα εγκλήματά τους. Πόσο μάλλον να χτίσουν το καινούργιο τους «κράτος» πάνω σε μια τέτοια παραδοχή και με τις επικοινωνιακά καταστροφικές εικόνες εκταφών ομαδικών τάφων…

Ρεαλιστικά, η Τουρκία δεν πρόκειται να συμφωνήσει σε απολύτως καμία λύση που δεν θα της εξασφαλίζει, κατ’ ελάχιστον, όσα έχει ήδη «κατακτήσει» (εντός ή εκτός εισαγωγικών…) αν όχι πολλά περισσότερα και εγγύτερα στον τελικό της αντικειμενικό σκοπό, αυτόν της πλήρους ένταξης της Κύπρου στην σφαίρα επιρροής της κατά έμμεσο έως και άμεσο, απόλυτο τρόπο. Η Τουρκία μετά από την εισβολή και τις απώλειες που είχε, την Ιώβειο υπομονή που επέδειξε επί τέσσερις δεκαετίες(!) απέναντι στη διεθνή -έστω και υποκριτική- κατακραυγή και την απομόνωση των κατεχομένων, τα πλέον των 30 καταδικαστικών ψηφισμάτων του Ο.Η.Ε. κτλ., είναι εξόχως επικίνδυνο και αφελές να περιμένουμε ότι τώρα που η διεθνής κοινότητα…«κουράστηκε» και άρχισε να την αντιμετωπίζει ως ισότιμο συνομιλητή και όχι ως εισβολέα, τώρα μάλιστα που ανακαλύφθηκαν και με αξιόλογες προοπτικές κοιτάσματα υδρογονανθράκων, θα υποχωρήσει ως άλλος Μαχάτμα Γκάντι (Gandhi effect το ονομάζω) λέγοντας: «παύω να αναμιγνύομαι στα εσωτερικά της Κύπρου, θα αποσυρθώ και θα αφήσω τους δύο λαούς της νήσου να ορίσουν μόνοι τους ανεπηρέαστοι το μέλλον τους εν ειρήνη»…

Τι μένει, λοιπόν; Με μια λύση σε αυτές τις βάσεις, ο μόνος που έχει παραχωρήσει κάτι είναι η Ελληνική πλευρά. Απλά θα έχει νομιμοποιηθεί η εισβολή και τα αποτελέσματά της. Ο εποικισμός, οι καταπατήσεις, ο διωγμός. Θα έχουμε παραχωρήσει κομμάτι εξουσίας/διακυβέρνησης, θεσμικό ρόλο και υπόσταση αλλά, κυρίως, έδαφος όχι στους τουρκοκυπρίους -που εν πάση περιπτώσει είναι ΚΑΙ δικό τους νησί- αλλά στη Τουρκία που ουσιαστικά καταδυναστεύει και αυτούς… Θα έχουμε δεχθεί τον ενταφιασμό όλων των Ψηφισμάτων του Ο.Η.Ε. που με τόσο κόπο είχαμε καταφέρει να εκδοθούν υπέρ μας και που περιέγραφαν το τι είχε πράγματι πράξει η Τουρκία, φέρνοντάς την ενώπιον των ευθυνών της. Θα την έχουμε βγάλει από την γωνία με δική μας υπογραφή! Ο αγώνας για τη μη αναγνώριση των Κατεχομένων ως κράτος, απλά θα έχει παραχωρήσει τη θέση του στη με κάθε επισημότητα αναγνώρισή τους, έστω και αρχικά σαν «συνιστών κράτος». Η δυσλειτουργικότητα που διαγράφεται στον ορίζοντα βάσει του κοινού ανακοινωθέντος αλλά και της έως τώρα διαπραγμάτευσης, εύκολα θα μπορέσει να οδηγήσει σε μια de facto αυτονόμηση/ανεξαρτητοποίηση, αλλά αυτή τη φορά με ευνοϊκότερους όρους και προϋποθέσεις διεθνούς αναγνώρισης. Η δε κεντρική διοίκηση του κράτους, επί της ουσίας θα είναι, εν δυνάμει, ο δάσκαλος που προσπαθεί να επιβάλει τη πειθαρχία σε μια τάξη εκτός ελέγχου, όπου κανένας μαθητής δεν τον προσέχει και κανείς δεν τον σέβεται…

Όλες οι προσπάθειες των ελληνοκυπρίων όλα αυτά τα χρόνια για να δημιουργήσουν τη σημερινή σύγχρονη Κύπρο -παρά τα όποια οικονομικά προβλήματα τώρα- θα έχουν χάσει το νόημά τους. Πέρα από τα διοικητικά προβλήματα, όλες οι προσπάθειες για εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων και τα τεράστια οικονομικά τους οφέλη, η στρατηγικής σημασίας συμμαχία με το Ισραήλ, η αγωνία για τη γεωστρατηγική αναβάθμιση του Ελληνισμού μέσω και της ενοποίησης των ΑΟΖ Ελλάδας-Κύπρου, η προσπάθεια να μην περάσει ο αγωγός από την Τουρκία αλλά να ακολουθήσει τη πορεία του άξονα Ισραήλ-Κύπρος-Ελλάδα θα έχουν χαθεί σε βάθος χρόνου, για ένα κύριο λόγο: Η πληθυσμιακή αύξηση και η οικονομική εξάπλωση των πάντα σχολαστικών και υπομονετικών τούρκων, θα φέρει το νησί αργά ή γρήγορα από τον εξασφαλισμένο μερικό έλεγχο που προσφέρει στους γείτονες μια τέτοια λύση τώρα, στον πλήρη έλεγχό του από την Τουρκία μεσο-μακροπρόθεσμα. Οι όποιες αποφάσεις θα παίρνει το κράτος κεντρικά, θα είναι πλέον «νοθευμένες» με μπόλικη δόση από Τουρκία… Όχι από τουρκοκυπρίους, αλλά από Τουρκία! Δηλαδή, θα έχουμε δώσει ΤΑ ΠΑΝΤΑ, χωρίς να έχουμε πάρει επί της ουσίας ΤΙΠΟΤΑ! Αντιθέτως, θα έχουμε χάσει και όσα κρατήσαμε, αλλά και όσα πετύχαμε με κόπο τόσα χρόνια…

Δυστυχώς, λοιπόν, κάποια στιγμή θα πρέπει να δεχθούμε πως τα Κατεχόμενα, ότι και να γίνει θα παραμείνουν Κατεχόμενα… Οι τουρκοκύπριοι στην πλειοψηφία τους πλέον δεν έχουν ζήσει ούτε μια ημέρα μαζί με τους ελληνοκυπρίους. Σημεία επαφής δεν υπάρχουν πολλά πλέον. Ούτε γλωσσικά (πόσοι ελληνοκύπριοι ξέρουν τουρκικά και πόσοι τουρκοκύπριοι ξέρουν ελληνικά, άραγε;…), ούτε κοινωνικά, ούτε οικονομικά, ούτε καν σε κάποιο ελάχιστο προσωπικό επίπεδο… Και η καλύτερη δυνατή για εμάς λύση δεν θα αλλάξει αυτά τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα. Όποια μορφή κι αν πάρει η οποιαδήποτε «λύση», τα εδάφη αυτά -επαναλαμβάνω, ΔΥΣΤΥΧΩΣ- θα είναι Κατεχόμενα…

Σε καθαρά επίπεδο τακτικής, αυτό που απαιτείται να γίνει είναι να μην φτάσουμε στο δημοψήφισμα. Δεν έχουμε κανέναν απολύτως λόγω να φανούμε λιγότερο υπομονετικοί από ότι ήταν οι Τούρκοι όλα αυτά τα χρόνια. Το Ελληνικό φαινόμενο, κάθε πρόεδρος, πρωθυπουργός ή υπουργός που θυμάται να ασχοληθεί με ένα σοβαρό ζήτημα, να θέλει να το λύσει ο ίδιος ή έστω να δρομολογήσει μια λύση για να ζήσει να τη δει, είτε από προσωπική ματαιοδοξία ή υστεροφημία είτε από ειλικρινές ενδιαφέρον, είναι επιτακτικό κάποια στιγμή να τελειώσει. Πρέπει να αντικατασταθεί από μια κυνική αντιμετώπιση κάθε προβλήματος ξεχωριστά, όπου θα βλέπουμε σε συνάρτηση με τον παράγοντα χρόνο και με την διαχρονική του σημασία το κάθε εθνικό μας θέμα, ώστε να μπορούμε κι εμείς ανάλογα να χρησιμοποιούμε όπου απαιτείται την υπομονή κι επομένως το χρόνο υπέρ μας, όπως κάνουν οι σαφώς πιο αποτελεσματικοί μας γείτονες. Ας θυμηθούμε, επιτέλους, ότι ο χρόνος στις διακρατικές και διεθνείς σχέσεις κινείται με τελείως διαφορετικό βήμα απ’ ότι ο προσωπικός μας ανθρώπινος χρόνος και η αντίληψη που έχουμε γι αυτόν. Πότε πολύ πιο γρήγορα και πότε πολύ πιο αργά.

Οι εξελίξεις τρέχουν. Μέσα σε μερικές μόνο στιγμές οι σχέσεις Ρωσίας-Τουρκίας κατέρρευσαν με εντυπωσιακό τρόπο. Η στροφή στον πόλεμο στη Συρία υπέρ του Άσαντ αλλάζει τα δεδομένα. Μετά από 42 χρόνια και εν μέσω αυτής της καταιγίδας, με το μεταναστευτικό να αλλάζει τα πάντα στην Ευρώπη, με την Τουρκία να είναι τόσο στριμωγμένη από τα δικά της λάθη, με την συμμαχία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου και ενδεχομένως και Ιορδανίας να «τρέχει» με πρωτόγνωρες ταχύτητες και σε μεγάλο φάσμα συνεργασιών, ποιος είναι ο λόγος ξαφνικά να αγχωνόμαστε να βρεθεί μια λύση τόσο βιαστικά και άμεσα; Καμία συναισθηματική επίκληση για τους ανθρώπους που θέλουν να δουν τα σπίτια τους πριν κλείσουν τα μάτια τους, με όλο τον σεβαστό προς τον πόνο τους, δεν πρέπει να μας πιέσει να κρεμαστούμε μόνοι μας με συνοπτικές διαδικασίες. Ένα Έθνος έχει διαχρονικά δικαιώματα και ανάγκες που καμίας γενιάς τα πρόσκαιρα «θέλω» δεν πρέπει να βάλουν σε κίνδυνο, όσο σκληρό κι αν ακούγεται αυτό.

Όμως, δεδομένων των συνθηκών και του ότι έχουν ήδη ξεκινήσει οι διαπραγματεύσεις με ιδιαίτερα άσχημες όπως προείπαμε προοπτικές, το ενδεχόμενο να διεξαχθεί το δημοψήφισμα δεν μπορεί να αποκλειστεί… Το προαναφερθέν αίσθημα της Ελπίδας στον τίτλο, λοιπόν, εκπορεύεται από την μια και τελευταία ευκαιρία για διέξοδο που μας έχει απομείνει. Μια διέξοδο που μας εξασφαλίζει πολλά. Περισσότερα από όσα συνειδητοποιούμε ότι θα χάσουμε! Τη προσπάθεια να φροντίσουμε, τουλάχιστον, να μην μας πάρουν και τα υπόλοιπα! Μπορούμε να διασώσουμε και να διατηρήσουμε αυτά που με κόπο κατέκτησε σε αυτό το κομμάτι Ελλάδας ο Ελληνισμός και κυρίως ο κυπριακός Ελληνισμός. Να συνεχίσει ο κυπριακός Ελληνισμός τη πορεία του ως ένα αναγνωρισμένο κράτος, με όλες τις αρετές που το διέκριναν όλα αυτά τα χρόνια μετά την εισβολή. Η μόνη λογική και αξιοπρεπής στάση, που υπακούει στο βασικό ένστικτο της αυτοσυντήρησης, υπαγορεύει την καταψήφιση στο δημοψήφισμα, εφόσον γίνει, του νέου Σχεδίου Ανάν που επί της ουσίας μας σερβίρουν με ωραία λογάκια 10 χρόνια μετά τη πρώτη τους προσπάθεια.

Δεν είναι ανάγκη καν να περιμένουμε το αποτέλεσμα των συνομιλιών. Με δεδομένες τις προαναφερθείσες πάγιες θέσεις της Τουρκίας, δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα από τις διαπραγματεύσεις. Αυτές δεν έπρεπε καν να ξεκινήσουν αν δεν είχε ολοκληρωθεί κυρίως η στρατιωτική διάσταση της συμμαχίας με το Ισραήλ, αν δεν είχε γίνει έστω η έναρξη των εργασιών για τον αγωγό Ισραήλ-Κύπρος-Ελλάδα ή για το σταθμό υγροποιημένου φυσικού αερίου, αν δεν είχαμε εξασφαλίσει τη θέση ισχύος που μπορούσαμε. Τώρα, είναι αργά. Ο κύβος ερρίφθη…

Η καταψήφιση, φυσικά, θα φέρει ένα εξ ίσου λογικό αποτέλεσμα. Όχι, καμία εισβολή, όπως απειλούσε ο Σημίτης το 2004. Ούτε την διεθνή απομόνωση, ούτε κάποια άλλη…μεταφυσική καταστροφή. Θα επιφέρει πιθανώς την οριστική λήξη των προσπαθειών επίλυσης του Κυπριακού μέσω της επανένωσης του νησιού και με τη σειρά της την διχοτόμηση, μέσω μιας ενδεχόμενης σταδιακής αναγνώρισης των Κατεχομένων από τη διεθνή κοινότητα. Αυτή, όμως, ακριβώς είναι η λύση, δυστυχώς Η ΜΟΝΗ ΛΥΣΗ, στο Κυπριακό που είναι προς το συμφέρον των ελληνοκυπρίων και του ευρύτερου Ελληνισμού, έτσι όπως έχουν φτάσει τα πράγματα σήμερα!

Οποιαδήποτε άλλη πρόταση είναι στο τραπέζι πλην της αυτόνομης και ανεξάρτητης πορείας, με τους όρους που διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις και περιγράφονται στο αρχικό κοινό ανακοινωθέν, μόνο νέα δεινά μπορεί να «προσφέρει»… Και από δεινά χορτάσαμε! Πρέπει κάποτε να πούμε: «Κύριοι, ότι πήρατε, πήρατε! Τέλος!…». Όσο άσχημο κι αν ακούγεται μετά από τόσα χρόνια ελπίδας για ένα θαύμα(;), δυστυχώς αυτό που προβάλει σαν η μόνη ορθολογιστική, ρεαλιστική και βιώσιμη λύση, ίσως να είναι ο «δαίμονας» που όλοι φοβόμασταν ακόμα και το όνομά του να προφέρουμε: Η διχοτόμηση.

Εύχομαι απλώς τα γεγονότα να με διαψεύσουν…

mm
Π. Καράμπελας
Ο Παναγιώτης Καράμπελας, είναι μέλος του Δ.Σ. της Επιτροπής Ενημερώσεως επί των Εθνικών Θεμάτων. Γεννήθηκε το 1976 στο Χιούστον, Τέξας των Η.Π.Α. Είναι Πολιτικός & Στρατιωτικός Αναλυτής. Πτυχιούχος στα Media Studies και στη Διοίκηση Επιχειρήσεων από το University of East Anglia. Κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου στις Στρατηγικές Σπουδές από το Center for Security Studies, University of Hull, όπου εξειδικεύτηκε στην Πρόληψη και Διαχείριση Κρίσεων. Ιδρυτικό μέλος του Ινστιτούτου Εθνικών και Κοινωνικών Μελετών «Ίων Δραγούμης», όπου υπήρξε και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου για δύο θητείες. Είναι συνεργάτης και εκπρόσωπος Βορείου Ελλάδος του Ελληνικού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Αναλύσεων «ΕΛ.Κ.Ε.Δ.Α» και μέλος των International Political Science Association (I.P.S.A.) και American Political Science Association (A.P.S.A.). Έχει συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια, ημερίδες και πολιτικές αποστολές στο εξωτερικό (Πόλεμος του Λιβάνου 2006, Κύπρος 2009 κτλ.). Εργάστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών (Υπηρεσία Διεθνούς Αναπτυξιακής Συνεργασίας – Hellenic Aid) και υπήρξε επί τριετία επιστημονικός συνεργάτης στο ΛΑ.Ο.Σ. με αρμοδιότητες συμβούλου σε θέματα άμυνας, εξωτερικής πολιτικής και ασφαλείας στη Βουλή των Ελλήνων. Έχει εργαστεί στον ιδιωτικό τομέα σε εταιρίες του ευρύτερου χώρου της άμυνας και έχει διδάξει Μ.Μ.Ε., θέματα στρατηγικής και αμυντικής δημοσιογραφίας σε σπουδαστές δημοσιογραφίας. Αρθρογραφεί για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και των Εθνικών θεμάτων, ενώ υπήρξε επί σειρά ετών μόνιμος συνεργάτης της ραδιοφωνικής εκπομπής «Βόρειος Ήπειρος.GR» στον ΑΡΤ-fm 90,6. Οι τομείς ενασχόλησής του είναι η επικοινωνιακή διαχείριση κρίσεων, πολιτικές ασφαλείας, πολιτική ανάλυση, ανάλυση πληροφοριών. Έχοντας υπηρετήσει ως υπαξιωματικός εθελοντικά στις Ειδικές Δυνάμεις, ασχολείται τα τελευταία 14 έτη ενεργά με το εφεδροπολεμικό κίνημα.

Αφήστε μια απάντηση

Top