Είστε εδώ
Αρχική Σελίδα > Slider > Η μακρά οδοιπορία του Μιχάλη Στασινόπουλου (1903-2002) – Άρθρο του Σπύρου Δημητρίου Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ενημερώσεως επι των Εθνικών Θεμάτων

Η μακρά οδοιπορία του Μιχάλη Στασινόπουλου (1903-2002) – Άρθρο του Σπύρου Δημητρίου Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ενημερώσεως επι των Εθνικών Θεμάτων

Του Σπύρου Δημητρίου

Αντιπροέδρου της Επιτροπής Ενημερώσεως επι των Εθνικών Θεμάτων

Σαν σήμερα έφυγε από την ζωή το 2002 ο Μιχαήλ Στασινόπουλος πρώτος πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας το 1974, πανεπιστημιακός δάσκαλος, ακαδημαικός, Δικαστής αλλά πιο πολύ ποιητής και λογοτέχνης. Για μας τους Έλληνες της Κύπρου υπήρξε σημαντική η προσφορά του και την περίοδο του Αγώνα, μια και ήταν καθηγητής και πρύτανης της Παντείου Σχολής ενισχύοντας τον αγώνα με την πένα του αλλά και τους φοιτητές που διαδήλωναν σχεδόν κάθε μέρα για την ΕΝΩΣΗ της Κύπρου με την Ελλάδα. Αλλά και μετά την καταστροφή του 1974 πρωτοστάτησε ως πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών με τη σύσταση της Επιτροπής Ενημερώσεως για τα Εθνικά Θέματα για την διεθνοποίηση στους ακαδημαικούς όλου του κόσμου του κυπριακού προβλήματος. Παραθέτω μια μικρή οδοιπορία της μακράς ζωής και προσφοράς του στο τόπο από το υπό έκδοση βιβλίο μου για κείνον.

Η μακρά οδοιπορία του Μιχάλη Στασινόπουλου (1903-2002)

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Στην εύφορη γη της Μεσσηνίας, στο μικρό χωριό Θουρία, γεννήθηκε ο Μιχάλης Στασινόπουλος, στις 27 Ιουλίου 1903. Ήταν το πέμπτο και τελευταίο παιδί της οικογένειας του φιλόλογου Δημήτρη Στασινόπουλου και της Αικατερίνης Σκοπέτου. Δεν έμεινε, όμως, για πολύ στη Θουρία, γιατί ο πατέρας του μετατέθηκε στη Μεσσήνη, στο Νησί, όπως το αποκαλούν σ’ εκείνα τα μέρη. Πήγε στο δημοτικό σχολείο της πόλης και γρήγορα έδειξε επιμέλεια στα γράμματα, πρωτεύοντας σε κάθε τάξη. Η σχέση με τον παππού του, Κωνσταντίνο Σκοπέτο, θα επηρεάσει σημαντικά την ευαίσθητη ψυχή του μικρού Μιχάλη. Ο ίδιος αναπολεί σε μια συνέντευξή του τα χρόνια εκείνα στη μικρή κωμόπολη:

«Η αλήθεια είναι ότι γεννήθηκα εις το χωριό που λέγεται Θουρία, αλλά δεν θυμάμαι τίποτε απ’ αυτό το χωριό διότι με πήγανε στην ωραία Μεσσήνη, όπου πέρασα και τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια. Λοιπόν, στα παιδικά αυτά χρόνια, θυμάμαι ότι φοιτούσα σ’ ένα σχολείο όπου είχαμε ένα δάσκαλο που μας μάθαινε να τραγουδάμε παίζοντας το μαντολίνο του και ήτανε πολύ αγαπητός, και θυμάμαι επίσης με ευχαρίστηση ότι ήμουνα ο πρώτος μαθητής από τότε εις την πρώτη τάξη και στη δεύτερη και στην τρίτη και στην τετάρτη του δημοτικού σχολείου..».

Οι γονείς του Μιχάλη Στασινόπουλου επισκέπτονταν συχνά την Καλαμάτα με την άμαξα παίρνοντας μαζί τους και τον μικρό της οικογένειας Μιχάλη. Στα παιδικά του μάτια η πρωτεύουσα της Μεσσηνίας ασκούσε μια γοητεία σαν να βρισκόταν στην Αθήνα. Η μετακίνηση στην Καλαμάτα γινόταν και με το τραίνο, με το οποίο επίσης θα μετακινηθεί η οικογένεια Στασινόπουλου λίγο αργότερα, όταν ο πατέρας θα γίνει σχολάρχης στο Γ΄ Ελληνικό Σχολείο της πόλης. Εκεί ο μικρός Μιχάλης θα φοιτήσει στο Γυμνάσιο, ενώ ταυτόχρονα θ’ αρχίσουν και τα πρώτα λογοτεχνικά του σκιρτήματα. Η συνδρομή στο περιοδικό Διάπλασις των Παίδων και ο Γρηγόρης Ξενόπουλος θα μπουν στη ζωή του με ένα απ’ τα δυο ασημένια τάληρα της βάφτισής του. Ο δρόμος μέσα απ’ τη Διάπλαση των Παίδων θα τον οδηγήσει στον μαγικό κόσμο της ποίησης και των γραμμάτων. Έναν δρόμο που θα ακολουθήσει σ’ όλη του τη ζωή και που θα παίξει καθοριστικό ρόλο και στις υπόλοιπες επιλογές της μακράς του οδοιπορίας.
Θ’ αρχίσει αμέσως την αλληλογραφία με το περιοδικό με ψευδώνυμο επηρεασμένο από τον τόπο καταγωγής του. Η «Μεσσηνιακή Ακτή» (αυτό ήταν το ψευδώνυμο!) θα κάνει και την πρώτη της δημοσίευση στις 24 Ιουνίου 1917 με το ποίημα «Αδελφοί».
Η ζωή, όμως, επιφύλασσε εκπλήξεις για τον Μιχάλη Στασινόπουλο. Η απώλεια του πατέρα του, το 1917, σε ηλικία 48 ετών θα τον σημαδέψει. Η ορφανεμένη οικογένεια θα βρει καταφύγιο στην Αθήνα στο σπίτι του θείου του, Θεόδωρου Στασινόπουλου. Στην Αθήνα βρισκόταν, επίσης, ο αδελφός της μητέρας του, Παναγιώτης Σκοπέτος. Η καταφυγή στην πρωτεύουσα και η θλίψη για την απώλεια του πατέρα θα εκφραστούν αργότερα στο ποίημά του «Ο Μικρός Επαρχιώτης». Ο Μεσσήνιος, λοιπόν, μικρός επαρχιώτης θα εγγραφεί στο Γ΄ Γυμνάσιο Αθηνών (γωνία Σόλωνος και Λυκαβηττού τότε), όπου υπηρετεί ο θείος του, Θ. Στασινόπουλος, ως Μαθηματικός. Γράφτηκε στην β΄ τάξη του Γυμνασίου (τετρατάξιο γυμνάσιο) στη μέση του σχολικού έτους 1917-1918. Παρ’ όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε δεν λησμόνησε ποτέ την λογοτεχνική ενασχόληση με το αγαπημένο του περιοδικό. Φρόντισε, λοιπόν, να επισκεφθεί τα γραφεία, όπου είχε έδρα η Διάπλασις των Παίδων, στην οδό Ευριπίδου 38, και να γνωρίσει από κοντά τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Οι δυο τους θα συνδεθούν στενά με μια σχέση στοργική, σχεδόν πατρική. Μέσα από τις σελίδες αυτού του περιοδικού θα έρθει και μια άλλη καρμική σχέση με τον νέο, τότε, ποιητή Τέλλο Άγρα, που θα κρατήσει μέχρι τον άδικο θάνατο του τελευταίου από αδέσποτη σφαίρα, τον Σεπτέμβριο του 1944.
Στο σχολείο ο «μικρός επαρχιώτης» δειλά-δειλά και με μεγάλη σεμνότητα άρχισε να ξεχωρίζει σαν μαθητής και γρήγορα κατάφερε να είναι κι εδώ ο πρώτος στην τάξη του. Οι καθηγητές τού είχαν μεγάλη εκτίμηση για το ήθος και την επιμέλειά του. Οι συμμαθητές του σεβασμό για την άμιλλα και την προσπάθεια που κατέβαλε. Το επιστέγασμα όλων των σχολικών επιτυχιών ήρθε με τη τιμή που του έγινε να είναι ο σημαιοφόρος του σχολείου στην τετάρτη τάξη του γυμνασίου. Στους παλιούς συμμαθητές του Μιχάλη Στασινόπουλου στο Γ΄ Γυμνασίου Αθηνών περιλαμβάνονταν ο Αλέξης Κύρου, ο Δημήτριος Βεζανής, ο Παυσανίας Λυκουρέζος, ο Λάμπρος Ευταξίας, ο Ιάκωβος Διαμαντόπουλος κ.ά., που ξεχώρισαν αργότερα, ο καθένας στο τομέα του. Από τους καθηγητές του ο πιο σημαντικός, όχι μόνο σαν δάσκαλος αλλά και σαν άνθρωπος, ήταν ο Γυμνασιάρχης Γ.Η. Σιμιτζόπουλος, που έδειξε για τον νεαρό Στασινόπουλο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, το καλοκαίρι του 1920, άρχισε αμέσως να ψάχνει για εργασία. Είχαν προκηρυχθεί εξετάσεις για γραφείς στο Υπουργείο Γεωργίας. Η συστατική επιστολή του Γυμνασιάρχη στάθηκε πολύτιμη για την αίτησή του στο Υπουργείο. Κατόπιν επιτυχημένων εξετάσεων, στις οποίες πρώτευσε, προσελήφθη στο Υπουργείο, στην αρχή στο βασιλικό (εθνικό σήμερα) κήπο και, μόλις έγινε ο οριστικός διορισμός, επέστρεψε στο Υπουργείο στη διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων. Την ίδια χρονιά εγγράφεται και στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία τελείωσε το 1924.

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Είχαν περάσει σχεδόν εννιά χρόνια από τότε που ο Μιχάλης Στασινόπουλος διορίσθηκε υπάλληλος, ξεκινώντας το καλοκαίρι του 1920 ως γραφέας του Υπουργείου Γεωργίας, ενώ ταυτόχρονα είχε τελειώσει και τη Νομική Σχολή. Στις αρχές του 1929 προκηρύχτηκε διαγωνισμός για τις πρώτες 10 θέσεις εισηγητών του νεοσύστατου τότε Συμβουλίου της Επικρατείας, που έκανε η κυβέρνηση Βενιζέλου. Την περίοδο εκείνη υπηρετούσε ως γραμματέας στη Διοίκηση των Δημοσίων Κτημάτων κοντά στον Δ. Παπασταθόπουλο, σοφό συγγραφέα του «Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου» (1928) και μετέπειτα Αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Την ίδια περίοδο είχε γνωριστεί και με τον Αλέξανδρο Σβώλο, που τον επισκεπτόταν ως δικηγόρος στο γραφείο του για υποθέσεις των Δημοσίων Κτημάτων. Οι Παπασταθόπουλος και Σβώλος παρότρυναν τον Στασινόπουλο να δώσει εξετάσεις για το νεοσύστατο Σ.τ.Ε. Οι υποψήφιοι για τον διαγωνισμού ήταν 100-120 άτομα και μεταξύ τους είχε αναπτυχθεί μια ανησυχία γύρω από τα «μέσα» που θα υπάρξουν. Τελικά, κανένα από τα προγνωστικά των «μέσων» δεν επαληθεύτηκε και αυτοί που ήταν διαβασμένοι και έγραψαν πέρασαν, ανεξαρτήτως αν κάποιος ήταν γιός του τάδε ή του δείνα που είχε τα «μέσα».
Ο Μιχάλης Στασινόπουλος πρώτευσε και σ’ αυτές τις εξετάσεις κι έτσι ξεκίνησε μια μακρά πορεία στον χώρο της δικαιοσύνης. Η «Διάπλαση των Παίδων» θα αναγγείλει την επιτυχία αυτή του συνεργάτη της στο φυλλάδιο της 4.5.1929 με το ακόλουθο σημείωμα: «Με μεγάλη χαρά και περηφάνεια σας αναγγέλλω την επιτυχία του αγαπητού μου φίλου και συνεργάτη κ. Μιχ. Δ. Στασινόπουλου στο διαγωνισμό για πρόσληψη εισηγητών στο νεοσύστατο Συμβούλιο της Επικρατείας…». Τη χαρά του και τις σκέψεις του αναφορικά με τις δυσκολίες του νέου του ρόλου και την ενασχόληση με την ποίηση και τα γράμματα τις μοιράστηκε με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Αυτός του εξήγησε ότι η λογοτεχνική του φλέβα ήταν, είναι και θα είναι αυτό που θα κάνει τη διαφορά του μέσα στο κόσμο της νομικής επιστήμης, όπως κι έγινε. Δεν αποχωρίστηκε ποτέ τη λογοτεχνία και τον «έρωτά του» για την ποίηση, παρόλο το επιστημονικό βάρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και την καθηγητική έδρα αργότερα. Ποίηση και Δικαιοσύνη θα είναι από εδώ και μπρος το ξεχείλισμα της ζωής του.
Ο Στασινόπουλος βίωσε τα πρώτα σαράντα χρόνια του Συμβουλίου της Επικρατείας. Χρόνια σημαντικά για τον θεσμό, αφού μπαίνουν οι νομικές βάσεις για την εξέλιξη και την εδραίωσή του, αλλά και ταραγμένα χρόνια, με πλήθος πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων, με το Συμβούλιο της Επικρατείας να βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο των γεγονότων. Έζησε τα γεγονότα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και της κατοχής, του εμφύλιου σπαραγμού, του κυπριακού, της δικτατορίας της 21ης Απριλίου, με την οποία, τελικώς, και συγκρούστηκε για ζητήματα δικαιοσύνης, ελευθερίας και δημοκρατίας.
Ανέβηκε όλες τις βαθμίδες, έγινε Πάρεδρος το 1937, Σύμβουλος το 1943, Αντιπρόεδρος το 1963 και Πρόεδρος το 1966. Μέσα σ’ αυτή την περιπετειώδη ιστορικά διαδρομή γνώρισε σημαντικούς ανθρώπους και χειρίστηκε στη διάρκεια της ανέλιξής του σημαντικές υποθέσεις στην ιστορία αυτού του θεσμού. Στα χρόνια αυτά ο Στασινόπουλος αντιλαμβάνεται το βάρος που αποκτά το Συμβούλιο της Επικρατείας και διαπιστώνει την «περίεργη» σχέση μεταξύ πολιτικής και δικαστικής εξουσίας. Αυτά τα παρατηρεί λόγω θέσης χωρίς να υποψιάζεται ότι κι ίδιος αργότερα, στο τέλος της επαγγελματικής του διαδρομής ως Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, θα «γευτεί» το πικρό ποτήρι της σύγκρουσης με την πολιτική εξουσία, σε μια περίοδο που το δημοκρατικό καθεστώς είχε πεθάνει.

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Δυο άνθρωποι επηρέασαν το Μιχάλη Στασινόπουλο γύρω από το γνωστικό αντικείμενο του Διοικητικού Δικαίου, στο οποίο θα διαπρέψει επιστημονικά τα επόμενα χρόνια: ο Δ. Παπασταθόπουλος, νομομαθής του Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου και προϊστάμενός του στο Υπουργείο Γεωργίας και ο καθηγητής του, στη Νομική Σχολή, στο Διοικητικό Δίκαιο, Θεόδωρος Αγγελόπουλος, Για την σχέση του με τον καθηγητή Αγγελόπουλο γράφει ο ίδιος στο αυτοβιογραφικό του διήγημα «Οδοιπορία»: «Συνδέεται πολύ με την ακαδημαϊκή μου σταδιοδρομία ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος, καθηγητής του Διοικητικού Δικαίου και ένας από τους πρώτους Συμβούλους Επικρατείας που είχαν διορισθεί το 1929, ευθύς μετά την ίδρυση του Συμβουλίου Επικρατείας.»
Την ίδια χρονιά, το 1929, θα μπει κι αυτός στο Συμβούλιο Επικρατείας. Συνεχίζοντας στην «Οδοιπορία» του, γράφει: «Είχαμε ιδρύσει, γύρω στα 1930, την “Εταιρεία Διοικητικών Μελετών” [….] σε μια από τις δημόσιες συνεδριάσεις, αυτής της Εταιρείας, έκαμα μια ομιλία αρκετά σύντομη, με θέμα την ανάκληση των διοικητικών πράξεων». Τα εγκωμιαστικά σχόλια τού έδωσαν θάρρος, για να κάνει αυτό το θέμα διδακτορική διατριβή στη Νομική Σχολή, όπου φυσικά θα ήταν εισηγητής ο καθηγητής του Διοικητικού Δικαίου, Θεόδωρος Αγγελόπουλος. Αν και εργάζονταν μαζί στο Σ.τ.Ε, δεν του είπε τίποτα, παρά μόνο όταν το κείμενο πήρε σχεδόν οριστική μορφή. Το 1934 ανακηρύχτηκε διδάκτορας με θέμα «Περί Ανακλήσεως των Διοικητικών Πράξεων», και, όπως σχολιάζει κολακευτικά για τον καθηγητή του στην «Οδοιπορία», «..ευγνωμονούσα τύχη, γιατί είχα έναν εισηγητή της διατριβής μου τόσο ευγενικό και διόλου δύσκολο…». Έτσι ξεκινά μια λαμπρή σταδιοδρομία στη Νομική Επιστήμη, παράλληλα με την διαδρομή του ως δικαστή. Ένας αχτύπητος και συνάμα αρκετά δύσκολος διττός ρόλος. Το 1938 θα γίνει υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στην έδρα του Διοικητικού Δικαίου και ένα χρόνο αργότερα έκτακτος καθηγητής του Δ.Δ στην Πάντειο Σχολή Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών (Πάντειο Πανεπιστήμιο σήμερα). Το 1943 εξελέγη τακτικός καθηγητής στην ίδια Σχολή και στο ίδιο αντικείμενο.
Από το 1951 μέχρι το 1958 θα διατελέσει και πρύτανης της Παντείου Σχολής. Το πλούσιο διδακτικό και συγγραφικό του έργο μαζί με τη δικαστική ιδιότητα θα τον βοηθούσαν να αντεπεξέλθει στα νέα του καθήκοντα και να απαντήσει στις προκλήσεις και στα προβλήματα που γεννούσαν τα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του ΄50. Παραγωγή και προαγωγή του επιστημονικού έργου και δυναμικού του Πανεπιστημίου προς όφελος της Ελλάδας, επιστημονική εξωστρέφεια, αλλά και προσπάθεια παρέμβασης του ακαδημαϊκού Ιδρύματος στα τρέχοντα προβλήματα της κοινωνίας. Το 1953 ο Πρύτανης Μιχάλης Στασινόπουλος, με την ιδιότητα του Συμβούλου της Επικρατείας, γνώρισε τον Rene Cassin (Ρενέ Κασέν), Πρόεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας της Γαλλίας (Νόμπελ Ειρήνης 1968), διάσημο καθηγητή του Διοικητικού Δικαίου και ένθερμο υποστηρικτή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η γνωριμία καλλιεργήθηκε τα επόμενα χρόνια και εξελίχθηκε σε μια μεγάλη φιλία, πολύπλευρα σημαντική για τη ζωή και το έργο του Στασινόπουλου. Απ’ αυτή τη γνωριμία ωφελήθηκε κι η Πάντειος, αφού ο Rene Cassin άνοιξε τις πόρτες της γαλλικής ακαδημαϊκής κοινότητας στο επιστημονικό έργο του Μιχάλη Στασινόπουλου. Η μελέτη του Διοικητικού Δικαίου στην Ελλάδα αποκτούσε πρόσβαση στα ξένα Πανεπιστήμια, ανοίγοντας δρόμους για την περαιτέρω επαφή κι ανάπτυξη του ελληνικού επιστημονικού δυναμικού με την Ευρώπη και, ιδιαίτερα, με τη Γαλλία. Αργότερα, το 1967, αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα στο Πανεπιστήμιο του Μπορντώ και το 1975 στο Πανεπιστήμιο ΙΙ του Παρισιού.
Πλούσιο το νομικό επιστημονικό του έργο:
Περί Ανακλήσεως των Διοικητικών Πράξεων. 1936, Θεωρία της Ατομικής Διοικητικής Πράξεως. 1937, Ο Έλεγχος της Διακριτικής Εξουσίας της Διοικήσεως. 1939, Δίκαιο των Διοικητικών Διαφορών. 1943, Αστική Ευθύνη του Κράτους.1950, Τα Κοινόχρηστα και Δημόσια Πράγματα κατά τον Αστικόν Κώδικα. 1950, Δίκαιο των Διοικητικών Πράξεων. 1951, Υπαλληλικός Κώδιξ – Κείμενο και Σχόλια. 1951, Κώδιξ Καταστάσεως Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων. 1951, Traite des Actes Adminisratifs. 1954, Μαθήματα Διοικητικού Δικαίου. 1954, Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. 1962, Μαθήματα Δημοσιονομικού Δικαίου. 1966, Νομικαί Μελέται. 1972, Το Δικαίωμα της Υπερασπίσεως. 1974.
Άρθρα του δημοσιεύθηκαν στα πιο έγκυρα επιστημονικά περιοδικά του κόσμου, καθώς επίσης καθοριστική ήταν η επιστημονική του συμβολή σε Διοικητικούς Νόμους του Κράτους εκείνων των χρόνων (Υπαλληλικός Κώδικας Δημοσίων Υπαλλήλων, Κώδικας Καταστάσεως Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, Ανώτατο Συμβούλιο Δημοσίων Υπηρεσιών κ.ά). Το 1957 ίδρυσε το τριμηνιαίο περιοδικό Επιθεώρηση Δημοσίου Δικαίου, ήταν ιδρυτής και πρόεδρος της «Ελληνικής Εταιρείας Διοικητικών Μελετών» και από το 1966 υπήρξε για αρκετά χρόνια πρόεδρος του «Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου». Από την Πάντειο Σχολή αφυπηρέτησε το 1968.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

Στην επιστημονική διαδρομή του ο Στασινόπουλος διακόνησε τη νομική επιστήμη και, ειδικότερα, το Διοικητικό Δίκαιο, πορευόμενος μέσα από δυο παράλληλους, αλλά, ταυτόχρονα, άρρηκτα συνδεδεμένους δρόμους: το Πανεπιστήμιο και τη Δικαστική έδρα. Αυτή, λοιπόν, η πορεία είχε πολλές πιθανότητες να τον οδηγούσε κάποια στιγμή την εποχή εκείνη στα σκαλιά της Ακαδημίας Αθηνών, χωρίς ο ίδιος να το επιδιώξει ποτέ ή να αποτελεί στόχο της επαγγελματικής και προσωπικής του διαδρομής. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα, όμως, που τον ξεχώρισε και του έδωσε το «ειδικό βάρος» σ’ αυτήν την εκλογή, ήταν τελικά η ενασχόληση με τη λογοτεχνία, με την ποίηση, επιβεβαιώνοντας έτσι τα λόγια του δασκάλου του, Γρηγόριου Ξενόπουλου, την ημέρα που μπήκε πρώτος στο νεοϊδρυθέν Συμβούλιο της Επικρατείας.
Ο Μιχάλης Στασινόπουλος έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, όντας Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας από το 1966 και Καθηγητής της Παντείου, στην συνεδρία της 6ης Ιουνίου 1968, με Πρόεδρο τον Ερρίκο Σκάσση. Δημοσιεύτηκε στις 7 Ιουνίου 1968 με το υπ’ αρ. 206 (τευχ. Γ΄) Φ.Ε.Κ επικυρώνοντας την εκλογή του ως τακτικού μέλους της Ακαδημίας Αθηνών στην τάξη των Ηθικών και των Πολιτικών Επιστημών. Η εκλογή του έγινε σε μια δύσκολη πολιτικά περίοδο με το καθεστώς της 21ης Απριλίου να έχει ήδη διανύσει τον πρώτο χρόνο διακυβέρνησης της χώρας.
Η επίσημη υποδοχή του ακαδημαϊκού πλέον Μιχάλη Στασινόπουλου έγινε στη συνεδρία της 13ης Ιουνίου 1968, όπου ακολούθησαν ο χαιρετισμός του Προέδρου Ερρίκου Σκάσση και η απάντηση του Μιχάλη Στασινόπουλου. Ο πνευματικός και επιστημονικός κόσμος καλωσόρισε τον νέο ακαδημαϊκό με εγκωμιαστικά σχόλια και κριτικές στα έντυπα της εποχής. Η επόμενη χρονιά (1969) από την εκλογή του στην Ακαδημία υπήρξε καθοριστική για τον Μιχάλη Στασινόπουλο. Ήρθε σε ρήξη με το καθεστώς της 21ης Απριλίου στο Συμβούλιο της Επικρατείας, προασπιζόμενος το θεσμό, το δίκαιο και την ελευθερία. Είναι, ίσως, ο μοναδικός ακαδημαϊκός που από το θεσμικό του ρόλο συγκρούστηκε ανοικτά με τη χούντα και, μάλιστα, για ζητήματα ελευθερίας και δημοκρατίας.
Μετά την Προεδρία της Δημοκρατίας, συνέχισε την έντονη παρουσία του στα ελληνικά γράμματα και τη δραστηριότητά του στην Ακαδημία Αθηνών. Πέρασε όλες τις βαθμίδες της, έγινε Αντιπρόεδρος το 1977 και στις 12 Ιανουαρίου 1978, σε μια πανηγυρική συνεδρίαση, εκλέγεται Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών. Ο «λόγος του αναλαμβάνοντος Προέδρου» είναι χαρακτηριστικός για τη σημασία που έδινε ο Στασινόπουλος στο ρόλο της Ακαδημίας στα πνευματικά δρώμενα της πατρίδας μας, αλλά και τη σημασία της Ελληνικής Γλώσσας στη διατήρηση της πολιτιστικής και ιστορικής μας ταυτότητας. Ο λόγος αυτός παραμένει διαχρονικός και πάντα επίκαιρος.

ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΗΣ 21ης ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967

Όταν έγινε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών την 21η Απριλίου 1967, ο Μιχάλης Στασινόπουλος ήταν Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ήδη από το 1966. Η σύγκρουσή του με το καθεστώς της 21ης Απριλίου έδειξε ότι υπάρχουν δικαστές που τιμούν τον θεσμό, το ΔΙΚΑΙΟ, την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, τη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ.
Ο τ. Πρόεδρος του Σ.τ. Ε., κ. Βασίλης Μποτόπουλος, περιγράφει σε μια συνέντευξή του για τον Μιχάλη Στασινόπουλο την ηρωική στάση του Δικαστή απέναντι στην αυθαιρεσία των δικτατόρων:

«Κορυφαία στιγμή στη ζωή του Μιχαήλ Στασινόπουλου ήτανε η στιγμή που ως πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ανέβηκε στην έδρα μαζί με τα λοιπά μέλη του Δικαστηρίου στις 14/6/1969 για να δικάσει μια από τις πιο κρίσιμες τον καιρό εκείνο της δικτατορίας υποθέσεις στην ιστορία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η δικτατορία απέλυσε πολλούς δικαστικούς λειτουργούς ανάμεσα στους λαμπρούς δικαστές, χωρίς προηγουμένως να τους ακούσει, στερώντας τους δηλαδή το στοιχειώδες δικαίωμα της υπεράσπισης. Μάλιστα με τη σχετική συντακτική πράξη είχε απαγορεύσει την προσφυγή των απολυμένων στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Μερικοί όμως από τους δικαστές αυτούς δεν αποθαρρύνθηκαν και άσκησαν προσφυγή κατά των πράξεων περί απολύσεώς τους ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και έτσι άνοιξαν δίκες για τις οποίες σας μίλησα…. Το Συμβούλιο της Επικρατείας με τις ιστορικές εκείνες αποφάσεις του, με τις οποίες εξαφάνισε ως μη νόμιμες τις πράξεις της δικτατορίας, έπεισε τον ελληνικό λαό ότι υπάρχουν και δικαστές υψηλόφρονες. Η πεποίθηση αυτή έχει τεράστια ηθική σημασία για τον θεσμό, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε τα λόγια του Ιουστινιανού: «..ότι οι δικαστές ουχί τόσο τους άλλους δικάζουσι όσον μάλλον αυτοί δικάζονται…»
Ο πρόεδρος της δικτατορικής κυβερνήσεως σ’ ένα πρωτοφανές για την αυθαιρεσία και την βαναυσότητα διάγγελμά του, το οποίο απεύθυνε στον ελληνικό λαό, έβγαλε την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας άκυρη, γιατί όπως είπε: «Το δικαστήριο τόλμησε να σταθεί πάνω από την επανάσταση. Ανήγγειλε, μάλιστα, ότι είχε καλέσει τον πρόεδρο Μιχαήλ Στασινόπουλο να παραιτηθεί. Ο Πρόεδρος, βέβαια, δεν παραιτήθηκε, αλλά αυτό δεν εμπόδισε το δικτατορικό καθεστώς να δημοσιεύσει στην εφημερίδα της κυβερνήσεως αποδοχή της ανύπαρκτης παραιτήσεως του προέδρου…. Το συνολικό, όμως, τίμημα μπροστά στην αξία και την πελώρια ηθική σημασία την οποία είχε η απόφαση ήταν μικρό και ο Μιχαήλ Στασινόπουλος αναδείχθηκε άξιος των περιστάσεων, άξιος της δικαιοσύνης».

Η εκδίωξή του προκάλεσε σάλο στην Ευρώπη και στους ακαδημαϊκούς κύκλους, που έτρεξαν να συμπαρασταθούν στο γενναίο Δικαστή. Ο Rene Cassin (Ρενέ Κασέν) τον πρότεινε για το Νόμπελ Ειρήνης, που, τελικά, πήρε εκείνη τη χρονιά ο Βίλυ Μπράντ.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Μετά τα όσα προηγήθηκαν με τη χούντα των συνταγματαρχών, ο Μιχάλης Στασινόπουλος τέθηκε υπό περιορισμό στο σπίτι του πολλές μέρες. Τα όργανα των μυστικών υπηρεσιών του καθεστώτος διέκοψαν το τηλέφωνό του για πολλούς μήνες και, ταυτόχρονα, έλεγχαν και παρεμπόδιζαν την αλληλογραφία του. Όλο το διάστημα της αναγκαστικής παύσης δεν έμεινε ανεκμετάλλευτο. Γράφει ποίηση, δοκίμιο, πηγαίνει στην Ακαδημία και αρθρογραφεί σποραδικά όπου μπορούσε, έχοντας πάντα στο κεφάλι του τη «Δαμόκλειο Σπάθη» του καθεστώτος. Προσπάθησε με τα κείμενά του να περάσει μηνύματα, αρκεί ο αναγνώστης να έδειχνε την πρέπουσα προσοχή, ώστε να εκμαιεύσει το νόημα. Ο ίδιος σπάνια μιλούσε για την πράξη του αυτή και ειδικά κατά τη μεταπολίτευση, όπου ο καθένας προσπαθούσε να πουλήσει ή να εξαργυρώσει την όποια υπαρκτή ή ανύπαρκτη αντιστασιακή δράση. Το χρέος, το καθήκον, το ΔΙΚΑΙΟ, η ελευθερία δεν αποτέλεσαν ποτέ για τον Στασινόπουλο πεδίο διαπραγμάτευσης και συναλλαγής. Η χούντα κατέρρευσε μέσα στα αποκαΐδια της κυπριακής τραγωδίας.
Ήρθε η μεταπολίτευση κι ο «μικρός επαρχιώτης» κλήθηκε να προσφέρει την βοήθειά του στην αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Ένα τηλέφωνο τού τότε Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή τον ενεργοποίησε. Με σοβαρά επιχειρήματα αλλά και ευαισθησία ο Πρωθυπουργός έπεισε τον Μιχάλη Στασινόπουλο για την αναγκαιότητα της παρουσίας του στην αποκατάσταση της Δημοκρατίας στον τόπο. Στο πρόσωπό του καθρεπτιζόταν η αντίσταση των θεσμών και του Δικαίου απέναντι στην σκλαβιά και την ανελευθερία. Τέθηκε επικεφαλής του ψηφοδελτίου επικρατείας του νέου κόμματος του Κ. Καραμανλή, που στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974 πήρε 56% και βγήκε βουλευτής. Ένα μήνα αργότερα, πάλι με παράκληση του Κ. Καραμανλή, ο Μ. Στασινόπουλος προτείνεται για προσωρινός Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, ώστε να προεδρεύει έως ότου ψηφισθεί το νέο Σύνταγμα της χώρας. Το απόγευμα της 17ης Δεκεμβρίου 1974 άρχισε η συνεδρίαση της αναθεωρητικής βουλής που εξέλεξε τον Μιχάλη Στασινόπουλο πρώτο Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας. Στις 12:45 το πρωί της 18ης Δεκεμβρίου 1974 ορκίστηκε Πρόεδρος. Παρέμεινε στην ύψιστη αυτή θέση μέχρι την ψήφιση του νέου Συντάγματος στις 7 Ιουνίου 1975 και παρέδωσε την Προεδρία στον νέο Πρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσάτσο, στις 19 Ιουνίου 1975. Ο Πρόεδρος Μ. Δ. Στασινόπουλος τίμησε τον θεσμό και τιμήθηκε απ’ το θεσμό, όπως είχε πει ο αείμνηστος Παναγιώτης Κανελλόπουλος.

ΙΔΡΥΜΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Ο Μιχάλης Στασινόπουλος είχε από χρόνια την επιθυμία να ιδρύσει ένα ίδρυμα για την προαγωγή της Διοικητικής Επιστήμης, αλλά διάφορες άλλες ενασχολήσεις και εμπόδια δεν του επέτρεψαν να το δημιουργήσει. Έτσι μετά την Προεδρία της Δημοκρατίας συνέστησε, το 1976, το Ίδρυμα Διοικητικού Δικαίου. Ένα κοινωφελές ίδρυμα που ο σκοπός του δεν ήταν μόνο κοινωφελής , αλλά, όπως έλεγε κι ο ίδιος, ήταν κάτι περισσότερο, διότι θα αποβλέπει στο να αναπτυχθεί το Διοικητικό Δίκαιο στην χώρα. Από τότε μέχρι σήμερα επιτελεί και τους δυο ρόλους: υποτροφίες νέων επιστημόνων, βραβεία, σεμινάρια, ομιλίες, αλλά, ταυτόχρονα, και βελτίωση των Διοικητικών Υπηρεσιών του Κράτους με προγράμματα και μελέτες που είναι στη διάθεση της κάθε κυβέρνησης.

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΩΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ

Τη χρονιά που είναι πρόεδρος στην Ακαδημία Αθηνών (1978) ιδρύει και την Επιτροπή Ενημερώσεως Επί των Εθνικών Θεμάτων με αφορμή το Κυπριακό και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις αλλά και την ανάδειξη όλων των εθνικών θεμάτων που βρίσκονταν και εξακολουθούν να βρίσκονται σε εκκρεμότητα. Στόχος του ήταν η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προσφορά και ενεργοποίηση των πνευματικών ανθρώπων γύρω από τα εθνικά ζητήματα της χώρας τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Η Ακαδημία Αθηνών υπήρξε μια μεγάλη δεξαμενή ανθρώπων για αυτό το εγχείρημα, ενώ, ταυτόχρονα, ως το κορυφαίο πνευματικό ίδρυμα της χώρας, θα έπαιρνε θέση σε όλα τα εθνικά θέματα και, ιδιαίτερα, στο Κυπριακό.

ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ-ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

Ο καθηγητής και δικαστής Μιχάλης Στασινόπουλος κλήθηκε πολλές φορές να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην πατρίδα. Η προσωπικότητά του αλλά και οι ιδιότητές του ως ειδικού στο διοικητικό δίκαιο με εμπειρία στη λειτουργία του κράτους έκανε την επιλογή του απαραίτητη σε μια περίοδο που ήταν αναγκαία η αναμόρφωση κι η οργάνωση των διαφόρων κρατικών ιδρυμάτων. Επίσης, υπήρχε η αίσθηση στους ιθύνοντες ότι ήταν ένας μετριοπαθής, δίκαιος και, προπάντων, τίμιος υπηρέτης των θεσμών και των νόμων του κράτους με κύρος και διεθνή προβολή, ώστε να κάνει αυτή την επιλογή επιβεβλημένη. Έτσι, έγινε Πολιτικός Διοικητής Δωδεκανήσου στην ενσωμάτωσή τους το 1947, Πρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (1951-1953), υπηρεσιακός Υπουργός Προεδρίας και Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Δ. Κιουσόπουλου (1952), υπηρεσιακός Υπουργός Προεδρίας στην κυβέρνηση Κ. Γεωργακόπουλου (1958), Πρόεδρος στην Εθνική Λυρική Σκηνή (1953-1954). Το 1976 και το 1978 διορίστηκε εθνικός δικαστής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την εκδίκαση της υπόθεσης της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου. Το 1979 εξελέγη Πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής για την απονομή των βραβείων «Αθήναι» και «Ολυμπία» του Ιδρύματος Αλέξανδρος Ωνάσης.
Για το ήθος και την πολύπλευρη προσφορά του στην πατρίδα, στην επιστήμη και στα γράμματα τον τίμησε η πολιτεία και πολλοί θεσμικοί φορείς, όπως το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, ο Δήμος Αθηναίων, ο Δήμος Καλαμάτας κ.ά.

Ο ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Μιχάλης Στασινόπουλος ήταν κατά βάση ποιητής. Αυτό το έδειξε από πολύ νωρίς, μικρό παιδί, ακόμη, στη Διάπλαση των Παίδων. Από τότε καλλιέργησε όλα τα είδη του γραπτού λόγου (δοκίμιο, μυθιστόρημα, ταξιδιωτική λογοτεχνία, ιστορία, παιδική λογοτεχνία και παιδική ποίηση). Ωστόσο, παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του αθεράπευτα ποιητής, αν και ολιγογράφος. Για τον νεαρό ποιητή Στασινόπουλο γράφει το 1928 στη Νέα Εστία ο Κλέων Παράσχος:

«Κανένα ξέσπασμα χτυπητό, καμμιά φωνασκία, η παραμικρότερη ρητορεία. Με τα κοινότερα, με τα πιο πρόχειρα μέσα, μας εκφράζει ο ποιητής όλη την μελαγχολία του, μια μελαγχολία που, ενώ φαίνεται αλαφριά, απαλή, ξυπνά ωστόσο βαθύτατη ηχώ μέσα μας, αποκτά μια περίεργη οξύτητα που διαπερνά, απ’ άκρη σ’ άκρη, την ψυχή μας. Είναι μια μελαγχολία που μολονότι υποκειμενική, δεν ξέρω κι εγώ πώς γενικεύεται και παίρνει ένα συμβολικό σχεδόν χαρακτήρα. Το άδειο αυτό βαγόνι που κατηφορίζει αργοπορημένο, «χωρίς καμμιά σφυριγματιά, χωρίς καμμιά κουβέντα» δεν εκφράζει μόνο την ψυχική διάθεση που την δημιουργεί η ώρα, το θέαμα του άδειου βαγονιού, μια λυπητερή ανάμνηση ίσως, νοσταλγία, αλλ’ ολόκληρη τη ζωή που κυλά άσκοπη και κενή σαν αργοπορημένο τραίνο».

Αρθρογράφησε σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά όπως ενδεικτικά η Νέα Εστία και η Ευθύνη, καθώς και σε πολλές ημερήσιες και επαρχιακές εφημερίδες. Η σχέση του με τη Γαλλία ήταν ιδιαίτερη, όπως αναφέραμε, γι’ αυτό και αρκετά έργα κορυφαίων Γάλλων λογοτεχνών και διανοουμένων τα μετέφρασε και τα παρουσίασε στην Ελλάδα. Επίσης, δικά του κείμενα μεταφράστηκαν και δημοσιεύτηκαν σε γαλλικά έντυπα. Υπήρξε μέλος της «Ομάδας των Δώδεκα» και από τους δημιουργούς της «Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών». Μέχρι το τέλος της ζωής του δεν σταμάτησε να γράφει ποίηση και να κάνει βιβλιοκριτικές ανοίγοντας δρόμους σε νέους ποιητές και λογοτέχνες.
Ο σοφός του δάσκαλος Γρηγόρης Ξενόπουλος επιβεβαιώθηκε περίτρανα όταν του είπε ότι η ποίηση, η λογοτεχνία είναι αυτή που θα κάνει, τελικά, τη διαφορά στον Δικαστή: ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ.

Έργα του:

ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
«ΑΡΜΟΝΙΑ» – Ποιήματα για τα παιδιά
Η Συντροφιά μας
ΠΟΙΗΣΗ
«Ποιήματα»
Ποιήματα – Δύο Εποχές
ΔΟΚΙΜΙΑ
Σκέψη και Ζωή
Το Πινάκιο Φακής και ο Νόμος των Λύκων
Με Ψήφους Τρείς Εναντίον Δύο
Μηνύματα από τις Δύο Όχθες
Ανθρώπινη Πορεία
Στοχασμοί και Παραλλαγές
Η Δίκη
ΙΣΤΟΡΙΚΑ
Μορφές από τον Τέταρτο Αιώνα
Προσωπικό Αρχείο Νικολάου Ι. Σαριπόλου
Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης (Δύο τόμοι σε συνεργασία με τον ΑΔ. Παπαδήμα)
ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
Η Χώρα με τις Γαλανές Λίμνες
ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ
Οδοιπορία

ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Η μακρά «οδοιπορία» του Μιχάλη Στασινόπουλου έληξε στις 31 Οκτωβρίου 2002. Έφυγε πλήρης ημερών. Ποίηση και Δικαιοσύνη ήταν το μακρύ ταξίδι της ζωής του, αγώνας για την ελευθερία και δικαίωση στα εθνικά θέματα της πατρίδας. Διάβηκε όλο τον ταραγμένο 20ο αιώνα της Ελλάδας και του κόσμου συμμετέχοντας σε σημαντικές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας της πατρίδος του, που πολλές απ’ αυτές τις καθόρισε με τη στάση και τη θέση του. Οι αγωνίες, τα προβλήματα, οι αδυναμίες κι ευαισθησίες των ανθρώπων έγιναν καθημερινή έγνοια, που αποτυπώθηκαν στο χαρτί μέσα απ’ την πένα του λυρικού ποιητή και του βαθυστόχαστου δοκιμιογράφου. Υπηρέτησε τη νομική επιστήμη και το ΔΙΚΑΙΟ με συνέπεια και επιστημοσύνη, τόσο από τη έδρα του δικαστή όσο και του πανεπιστημιακού δασκάλου, αποκτώντας κύρος κι αναγνώριση ακόμη κι έξω απ’ τα ελληνικά σύνορα.
Τέλος, είναι από τους λίγους Έλληνες που, ενώ έλαβαν σχεδόν όλα τα αξιώματα μιας πολιτείας, αυτά δεν επηρέασαν ούτε άλλαξαν τον άνθρωπο Μιχάλη Στασινόπουλο. Ο ίδιος παρέμεινε ένας σεμνός, ήσυχος και γλυκός άνθρωπος του λόγου, της σκέψης και της ζωής.
Ο νομικός, ακαδημαϊκός και πολιτικός κόσμος της Ελλάδος είπε το τελευταίο αντίο στον Μιχάλη Στασινόπουλο στις 4 Νοεμβρίου 2002 στο Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας. Σύσσωμη η Ελληνική πολιτεία, και πλήθος κόσμου αποχαιρέτησαν τον Δικαστή, τον Δάσκαλο, τον Ακαδημαϊκό, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον άνθρωπο, πρωτίστως, Μιχάλη Στασινόπουλο.

mm
Σπύρος Δημητρίου
Ἀντιπρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐνημερώσεως ἐπί τῶν Ἐθνικῶν Θεμάτων

Αφήστε μια απάντηση

Top